Σηκώθηκα και αθόρυβα κινήθηκα προς το παράθυρο. Ο νυχτερινός ουρανός αγαλλίασε πάνω μου και στον κόσμο όλα ήταν εντελώς αδιάφορα. Άκουσα τότε έναν γυναικείο ψίθυρο που με καλούσε στην Αθανασία, χαμένο στο θρόισμα του ανέμου, και μερικά αστέρια έσβησαν. Μέσα από το βραδινό ουρανό, σε μια στιγμή ανύποπτη γεννήθηκε το πλάσμα που έχω εμπρός μου. Τα μάτια της είναι μαύρα σαν την πίσσα και το λευκό της δέρμα αναδίδει μια αίσθηση από θειάφι που καίει στην όψη και μόνο - τα μακριά της μαύρα μαλλιά τα εφτά πέπλα που στοιχειώνουν τον κόσμο. Χαμηλώνω το κεφάλι μου και προτάσσω το χέρι μου, όμοια με τους ζητιάνους.
Το άγγιγμα του είναι κρύο, τόσο κρύο που μου καίει τη σάρκα. Με ένα απαλό τράβηγμα που δεν υπήρξε ποτέ, με οδήγησε κοντά της και με αγκάλιασε χίλιες φορές. Ήρεμα, το πάτωμα αφανίστηκε από κάτω μου, και οι τοίχοι ήταν πλέον άυλοι, ένιωσα τελείως φυσικά να αιωρούμαι. Δε ξέρω ακόμα που υπήρξαμε, αλλά γύρω μου περιστρεφόταν τώρα σπασμωδικά και ές άει εκατομμύρια χιλιάδες γαλαξίες.
Πάνω και κάτω μου, ρουφούσαν αέναα δυό μαύρες τρύπες, με φοβερή μανία. Άρχισε να μου μιλάει. Κάθε νότα του ψιθύρου της εκφύλιζε τα νευρικά μου κύτταρα και το φως της αλήθειας χύθηκε πάνω σε όλο μου το σώμα. Ένιωσα να στροβιλίζομαι στο άπειρο κι αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή. Τα πάντα στο μυαλό μου άρχισαν να σβήνουν και ένιωσα τα άκρα μου να να ατροφούν, σύντομα ήμουν διαμελισμένος. Τα μάτια μου θόλωσαν και έγιναν βαριά στάχτη, και τα αυτιά μου ξεκόλλησαν και έπεσαν στο άηχο. επιτέλους, δεν υπήρξα ποτέ...
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011
Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011
σήμερα φαντάστηκα ότι έγραψα κάτι πολύ καλό και άρεσε πολύ και όλοι μου με στήριξαν και μετά μου'δωκαν ένα βραβείο. Και είχα καταφέρει κάτι στη ζωή μου επιτέλους, και είχα μια μνεία, και μου'χε φύγει ένα βάρος. Μετά, ονειρεύτηκα πως αυτή η νύχτα δεν υπήρξε ποτέ, και ζούσα σε ένα σπίτι στο βουνό, που είχα φτιάξει ο ίδιος, με ξύλο και με περίσσια αγάπη.
Είχα φίλους γύρω μου, σε αγαπούσα και ήμουν καλός με σένα, μ'αγαπούσες κι εσύ.
Και μια πανέμορφη νύχτα, πέθανα στην αγκαλιά σου.
Είχα φίλους γύρω μου, σε αγαπούσα και ήμουν καλός με σένα, μ'αγαπούσες κι εσύ.
Και μια πανέμορφη νύχτα, πέθανα στην αγκαλιά σου.
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011
αγαπητέ εαυτέ, [και εσύ, ο άλλος]
ΜΙΛΑ.
ΠΕΣ ΚΑΤΙ ,ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ.
ΜΟΝΟ ΜΗ ΣΤΕΚΕΙΣ ΣΑΝ ΑΤΣΑΛΙΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ.
ΔΙΑΛΕΞΕ ΕΣΤΩ ΚΑΠΟΙΑ ΛΕΞΗ,
ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΔΕΝΕΙ ΠΙΟ ΣΦΙΧΤΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΟΡΙΣΤΙΑ.
ΠΕΣ:
΄΄ΑΔΙΚΑ΄΄,
΄΄ΔΕΝΤΡΟ΄΄,
΄΄ΓΥΜΝΟ΄΄.
ΠΕΣ:
΄΄ΘΑ ΔΟΥΜΕ΄΄,
΄΄ΑΣΤΑΘΜΗΤΟ΄΄,
΄΄ΒΑΡΟΣ΄΄.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΣΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ
ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ, ΑΔΕΤΗ, ΖΩΗ ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ.
ΜΙΛΑ
ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΣΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ .
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ
ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ.
ΠΕΣ ΚΑΤΙ.
ΠΕΣ ΄΄ΚΥΜΑ ΄΄, ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΕΚΕΤΑΙ
[δημουλά]
ΠΕΣ ΚΑΤΙ ,ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ.
ΜΟΝΟ ΜΗ ΣΤΕΚΕΙΣ ΣΑΝ ΑΤΣΑΛΙΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ.
ΔΙΑΛΕΞΕ ΕΣΤΩ ΚΑΠΟΙΑ ΛΕΞΗ,
ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΔΕΝΕΙ ΠΙΟ ΣΦΙΧΤΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΟΡΙΣΤΙΑ.
ΠΕΣ:
΄΄ΑΔΙΚΑ΄΄,
΄΄ΔΕΝΤΡΟ΄΄,
΄΄ΓΥΜΝΟ΄΄.
ΠΕΣ:
΄΄ΘΑ ΔΟΥΜΕ΄΄,
΄΄ΑΣΤΑΘΜΗΤΟ΄΄,
΄΄ΒΑΡΟΣ΄΄.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΣΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ
ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ, ΑΔΕΤΗ, ΖΩΗ ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ.
ΜΙΛΑ
ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΣΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ .
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ
ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ.
ΠΕΣ ΚΑΤΙ.
ΠΕΣ ΄΄ΚΥΜΑ ΄΄, ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΕΚΕΤΑΙ
[δημουλά]
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011
να δώσω κάπου τον εαυτό μου
πρέπει
αφού τα νεύρα μου δε τη παλεύουν
μόνο μαύρα κύματα μιας ατέλειωτης μαύρης θάλασσας μαίνονται εκεί μέσα
μυρίζουν φρέσκο αίμα και εμέσματα
κρύβομαι καλά εκεί μέσα
και ακολουθώ ένα μονοπάτι
του επαναστάτη χωρίς ελπίδα
κάπως έτσι περπατούσα και στην πόλη
εδώ και λίγες μέρες, θέλει να με διώξει
λέει με κατάλαβε,
θέλει λέει να πει σε όλους
πως ήρθα και θα φύγω χωρίς λογαριασμό
όπως χωρίς λόγο έζησα
γιατί χωρίς λόγο ζω
θα με βοηθήσει είπε να σκορπιστώ
είναι λέει ό,τι χρειάζομαι
μαζί με το φορτωμένο παρελθόν μου
θα ψάχνω σ'αυτό κάτι απτό
και κάτι που έκανα σωστά
και να μη ξεχάσω τα Όνειρα μου
αυτά, τα απαξιώνω με τόση ευχαρίστηση
και τις νύχτες, τ'αγκαλιάζω και κλαίω μαζί τους
αλλά ποιός δε κλαίει τις νύχτες?
όχι οτι έχει σημασία...
αφού κανείς δεν μ'έχει δει ακόμα
πρέπει
αφού τα νεύρα μου δε τη παλεύουν
μόνο μαύρα κύματα μιας ατέλειωτης μαύρης θάλασσας μαίνονται εκεί μέσα
μυρίζουν φρέσκο αίμα και εμέσματα
κρύβομαι καλά εκεί μέσα
και ακολουθώ ένα μονοπάτι
του επαναστάτη χωρίς ελπίδα
κάπως έτσι περπατούσα και στην πόλη
εδώ και λίγες μέρες, θέλει να με διώξει
λέει με κατάλαβε,
θέλει λέει να πει σε όλους
πως ήρθα και θα φύγω χωρίς λογαριασμό
όπως χωρίς λόγο έζησα
γιατί χωρίς λόγο ζω
θα με βοηθήσει είπε να σκορπιστώ
είναι λέει ό,τι χρειάζομαι
μαζί με το φορτωμένο παρελθόν μου
θα ψάχνω σ'αυτό κάτι απτό
και κάτι που έκανα σωστά
και να μη ξεχάσω τα Όνειρα μου
αυτά, τα απαξιώνω με τόση ευχαρίστηση
και τις νύχτες, τ'αγκαλιάζω και κλαίω μαζί τους
αλλά ποιός δε κλαίει τις νύχτες?
όχι οτι έχει σημασία...
αφού κανείς δεν μ'έχει δει ακόμα
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)